ξυλοκάρβουνο

ξυλοκάρβουνο
το
κάρβουνο από ξύλο, ξυλάνθρακας.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • ξυλοκάρβουνο — το ο ξυλάνθρακας …   Dictionary of Greek

  • ανθρακείο(ν) — το [ανθρακεύς] ο τόπος ή το καμίνι που φτιάχνουν ξυλοκάρβουνο …   Dictionary of Greek

  • βαποράκι — και παποράκι, το 1. μικρό ατμόπλοιο 2. σίδερο για σιδέρωμα ρούχων, με ξυλοκάρβουνο στο εσωτερικό του …   Dictionary of Greek

  • κάρβουνο — το (Μ κάρβουνο[ν] και κάρβωνον) 1. άνθρακας, ξυλάνθρακας, ξυλοκάρβουνο 2. μτφ. ερωτικός πόθος, πάθος («και να γροικού κάρβουνο στσι καρδιές τως», Πανώρ. νεοελλ. 1. κάθε είδος άνθρακα, γαιάνθρακας, λιγνίτης, λιθάνθρακας ή ξυλάνθρακας 2. (στη… …   Dictionary of Greek

  • ξυλάνθρακας — ο στερεό υπόλειμμα τής εξανθράκωσης τού ξύλου, που αποτελείται από καθαρό σχεδόν άνθρακα όταν η θερμοκρασία εξανθράκωσης υπερβεί τους 400°C, το ξυλοκάρβουνο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξύλο + άνθρακας. Η λ., στον λόγιο τ. ξυλάνθραξ, μαρτυρείται από το 1847… …   Dictionary of Greek

  • Αλταμίρα — (Altamira). Τοποθεσία στην Ισπανία, κοντά στο Σανταντέρ, ονομαστή για το σπήλαιο με τις προϊστορικές βραχογραφίες, που έφεραν για πρώτη φορά τους αρχαιολόγους σε επαφή με την προϊστορική τέχνη. Το σπήλαιο αυτό το ανακάλυψε τυχαία ένας κυνηγός το… …   Dictionary of Greek

  • άνθρακας — ο 1. το ξυλοκάρβουνο. 2. το πετροκάρβουνο. 3. ο άνθρακας για τις ηλεκτρικές λάμπες. 4. πολύτιμος λίθος (διαμάντι, ρουμπίνι). 5. λοιμική αρρώστια σε ανθρώπους και ζώα. 6. χημικό στοιχείο που βρίσκεται στη φύση με διάφορες μορφές (ορυκτός άνθρακας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανθρακεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος 1. φτιάχνω ξυλοκάρβουνο: Τους απαγόρεψαν να ανθρακεύουν στο δάσος του χωριού. 2. προμηθεύομαι γαιάνθρακες για την κίνηση πλοίου ή σιδηρόδρομου: Ανθράκευσαν στη Νεάπολη και κατόπι συνέχισαν το ταξίδι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απανθράκωση — η η μετατροπή των ξύλων σε κάρβουνο: Με την απανθράκωση των ξύλων έχουμε ξυλοκάρβουνο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”